The Koutroulou Magoula Archaeology and Archaeological Ethnography Project

H έρευνα στην Κουτρουλού Μαγούλα ξεκίνησε το 2001 από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, σε διεύθυνση της Ν. Κυπαρίσση-Αποστολίκα, και από το 2009 συνεχίζεται, σε συνδιεύθυνση με τον Γ. Χαμηλάκη, στο πλαίσιο του προγράμματος «Αρχαιολογίας και Αρχαιολογικής Εθνογραφίας» – μια συνεργασία με το Πανεπιστημίου του Southampton, αρχικά, και το Πανεπιστήμιο του Brown στη συνέχεια, υπό την αιγίδα της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής. To πρόγραμμα έχει ως στόχο να κατανοήσει την υλική και κοινωνική ζωή των ανθρώπων που έδρασαν στη θέση, πτυχές της σχέσης τους με την υλικότητα, το παρελθόν, και την έννοια του χρόνου, και να τοποθετήσει την κοινότητα αυτή στο ευρύτερο της πλαίσιο. Αποτελεί, ταυτόχρονα, σχολείο για περ. 15 φοιτητές από διάφορες χώρες κάθε χρόνο, που εκπαιδεύονται στη δουλειά στις τομές και στις μεθόδους της αρχαιολογικής εθνογραφίας.

Η κύρια φάση κατοίκησης εντοπίζεται στη Μέση Νεολιθική περίοδο. Γεωφυσικές και ανασκαφικές έρευνες αποκάλυψαν την παρουσία κτηρίων στην κορυφή και την πλαγιά του τεχνητού λόφου που χτίστηκαν και ξαναχτίστηκαν στο ίδιο σημείο σε διαδοχικές αρχιτεκτονικές φάσεις (εικ. 27α). Ο μικρός αυτός οικισμός περιβαλλόταν από έναν ή και παραπάνω τάφρους, δείγμα συλλογικής εργασίας των μελών του. Έχει επίσης βρεθεί ένας θολωτός τάφος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, καθώς και μια βυζαντινή ταφή νεαρής γυναίκας, ενδείξεις ίσως μιας συμβολικής νοηματοδότησης του χώρου τους αιώνες που ακολούθησαν τη νεολιθική του χρήση. Η έρευνα έχει δώσει πλούσια κινητά ευρήματα: κεραμεική, λίθινα και οστέινα εργαλεία, ζωικά και φυτικά κατάλοιπα, καθώς και 400 περ. μικρά πήλινα ειδώλια –το μεγαλύτερο τέτοιο σύνολο στην Ελλάδα– που αποδίδουν ανθρώπινες μορφές και υβριδικές μορφές ανθρώπων/ζώων.

Ο αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται σε μια εκτεταμένη ζώνη καλλιέργειας με σιτάρια και βαμβάκια. Απέχει 2 χλμ. από το Νέο Μοναστήρι, ένα σχετικά καινούργιο χωριό που δημιουργήθηκε από πρόσφυγες της Ανατολικής Ρωμυλίας στη σημερινή Βουλγαρία, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή το 1925. Οι κάτοικοι του, κυρίως αγρότες, αναγνωρίζουν και διατηρούν ζωντανή την ξεχωριστή πολιτισμική τους ταυτότητα που εκφράζεται στο τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, στη μουσική και τον χορό, το τοπικό φαγητό κ.α. Η θέση συνδέεται, επίσης, με το χωριό της Βαρδαλής, σε απόσταση 3 χλμ., που φιλοξενεί μια κοινότητα με παλιότερη παρουσία στον τόπο.

Τα πλούσια καταλοίπων όλων των περιόδων και τα ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά των κατοίκων έκαναν την περιοχή ιδανικό χώρο για την ανάπτυξη ενός προγράμματος αρχαιολογικής εθνογραφίας. Βασικοί του στόχοι ήταν η διερεύνηση της σχέσης των ντόπιων με το υλικό παρελθόν και την επιστημονική έρευνα, καθώς και η πραγματοποίηση μιας σειράς δράσεων που επιδιώκουν «να καταστήσουν τις τοπικές κοινωνίες συνεργούς και συμμέτοχους στο αρχαιολογικό έργο». Στο πλαίσιο αυτών των δράσεων επιχειρούνται συμπράξεις με τη σύγχρονη τέχνη, και έχουν έως σήμερα προσκληθεί και παρουσιάσει έργα καλλιτέχνες από τα πεδία της φωτογραφίας, των εικαστικών και της performance.